Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού

Του Ουμπέρτο Έκο

Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ” αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ” αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.

1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ” αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.

Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.

Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.

Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.

Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ” ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.

2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ” αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.

3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.

4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.

5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός.

6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ” αυτή τη νέα πλειοψηφία.

7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.

8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.

9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.

10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι” αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ” αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.

11. Μέσα σ” αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.

12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [σ.τ.Μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.

13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.

Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.

14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.

Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.

Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.

Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ” αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.

Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:

«Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».

Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.

Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995
Αναδημοσίευση από: www.aformi.gr
Πηγή: stavrochoros.pblogs.gr

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Οι τραμπουκισμοί της Χρυσής Αυγής στους μικροπωλητές αθωώνουν το Μνημόνιο για την κοινωνική καταστροφή που ζούμε


Οι νέοι τραμπουκισμοί της φασιστικής Χρυσής Αυγής σε βάρος μικροπωλητών σε Λαϊκές αγορές σε Ραφήνα και Γαβαλού Αιτωλοακαρνανίας ξεπέρασαν κάθε όριο. Οι φασίστες με συμμορίτικο τρόπο, πολλοί εναντίον ενός, όπως πάντα, με την ανοχή της αστυνομίας, αλλά και την κάλυψη της βουλευτικής ασυλίας από το σάπιο πολιτικό σύστημα που δήθεν καταγγέλλουν, επιτέθηκαν σε φτωχούς μεροκαματιάρηδες. Με το προσχεδιαμένο πογκρόμ κατά των μικροπολητών μεταναστών έδωσαν παράλληλα στη συγκυβέρνηση αντιπερισπασμό στις μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στη ΔΕΘ και λειτούργησαν αποπροσανατολιστικάστην οργή του κόσμου για το νέο πακέτο λιτότητας. Αυτή είναι η κόντρα στο σύστημα που κάνουν οι φασίστες της ΧΑ!
Την ίδια ώρα στέκονται σούζα μπροστά στο μεγάλο κεφάλαιο και δε ζητάνε τα χαρτιά π.χ. της Grecotel που φέσωσε το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία με 500 εκατ. ευρώ. Θα πάνε άραγε να ελέγξουν και τους μεγαλέμπορους με τις γνωστές υπερτιμολογήσεις ή τους μεγαλοεργολάβους του δημοσίου που υποερκοστολογούν τα έργα με την ανοχή των κυβερνήσεων; Μήπως θα κάνουν καμιά «δυναμική ενέργεια» στους τροικανούς που απαιτούν και άλλες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις;  Εκεί σταματά ο τσαμπουκάς της ακροδεξιάς.  Όπως ακριβώς συνθηματολογούν ενάντια στους τοκογλύφους, αλλά στήριξαν ανοιχτά το ξεπούλημα από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ της Αγροτικής Τράπεζας στην Τράπεζα Πειραιώς του Σάλλα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά με ποιον είναι.
Το  λαϊκό εμπόριο στην Ελλάδα, το μαγαζί της γειτονιάς και ο μικροπωλητής της λαϊκής αγοράς καταστρέφονται από το Μνημόνιο, τη ληστρική φορολογία και την ανεργία. Τις επιλογές δηλαδή του ελληνικού και ξένου κεφαλαίου που υλοποιούν κυβέρνηση, ΕΕ και ΔΝΤ. Αυτούς στηρίζει αντικειμενικά η Χρυσή Αυγή όταν καλεί σε εμφύλιο μεταξύ των φτωχών, των θυμάτων του Μνημονίου.
Με την ίδια υποκρισία μιλάει ενάντια στο Μνημόνιο και την Τρόικα, ενώ την ίδια στιγμή συκοφαντεί κάθε κοινωνικό αγώνα για τη ρήξη με τα δεσμά της ΕΕ και της ευρωζώνης. Είναι το βασικό πολιτικό στήριγμα της συντεχνίας των ένστολων που εξαιρούνται από κάθε λιτότητα για να μπορούν να  πολεμάνε τον αγωνιζόμενο λαό.
Οι δηλώσεις Δένδια και των συνενόχων από ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, πέραν της υποκρισίας τους, δεν έχουν την παραμικρή αξία γιατί είναι αυτοί ακριβώς που νομιμοποίησαν με τα αντιμεταναστευτικά πογκρόμ και την καταστολή σε εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες τη φασιστική-ρατσιστική λογική των νεοναζί, αλλά και την πρακτική τους.
Το δίκιο του ισχυρότερου που προπαγανδίζει η Χρυσή Αυγή οδηγεί την κοινωνία, σε αλληλοσφαγή και σε ήττα. Τελικά οδηγεί στην υποταγή σε αυτούς που έχουν το χρήμα, τα ΜΜΕ και την πολιτική εξουσία. Ο φασισμός πρέπει να ηττηθεί με μαζικό αγώνα και αλληλεγγύη, με κοινή πάλη όλων των εργαζομένων, ντόπιων και  μεταναστών!
Ο λαϊκός ξεσηκωμός ενάντια στα μέτρα που ετοιμάζει η συγκυβέρνηση και τοξήλωμα των Μνημόνων και της Τρόικας, η διαγραφή του χρέους και η έξοδος από ευρώ και ΕΕ είναι η μόνη σωτηρία για το λαό και τη νεολαία, αλλά και ο δρόμος για να ηττηθεί μια για πάντα ο φασισμός που απαιτεί σιωπή και συμμόρφωση στις εντολές κεφαλαίου και τραπεζών.

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

«ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ
3 Ιουλίου 2012
Ελλάδα: Η νέα κυβέρνηση πρέπει  να αντιμετωπίσει την αστυνομική βία

Η αστυνομία στην Ελλάδα χρησιμοποιεί συστηματικά υπερβολική βία, περιλαμβανομένων χημικών, εναντίον κυρίως ειρηνικών διαδηλωτών. Παρά τις πολυάριθμες περιπτώσεις κακοποίησης ανθρώπων κατά τη σύλληψη ή την κράτηση, οι αρχές αρνούνται να αναγνωρίσουν την έκταση του προβλήματος, δημιουργώντας κλίμα ατιμωρησίας, προειδοποίησε η Διεθνής Αμνηστία σε νέα έκθεση που δημοσιεύθηκε σήμερα.
«Η νέα ελληνική κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να αναγνωρίσει την έκταση της αστυνομικής βίας και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι αστυνομικοί ασκούν αυτοσυγκράτηση και ότι φέρουν σαφή στοιχεία ατομικής αναγνώρισης κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, καθώς και να αντιμετωπίσει τη συχνή αποτυχία της αστυνομίας, των εισαγγελέων και των δικαστών να διεξάγουν έγκαιρες, αμερόληπτες και αποτελεσματικές έρευνες και να οδηγούν στη δικαιοσύνη αστυνομικούς που έχουν διαπράξει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μέσω, μεταξύ άλλων, της δημιουργίας ενός πραγματικά ανεξάρτητου μηχανισμού διερεύνησης καταγγελιών. Αν αποτύχουν σε αυτό, θα συνεχίσουν να μένουν ατιμώρητες ακόμα περισσότερες παραβιάσεις», δήλωσε ο David Diaz-Jogeix, Αναπληρωτής Διευθυντής του Προγράμματος της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία.
Εδώ και πάρα πολύ καιρό, οι ελληνικές αρχές έχουν βάλει στην άκρη τέτοιες παραβιάσεις ως «μεμονωμένα περιστατικά.»
Η νέα έκθεση Αστυνομική Βία στην Ελλάδα: Όχι μόνο μεμονωμένα περιστατικά, την οποία παρουσίασε σήμερα η Διεθνής Αμνηστία, σε συνεργασία με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ), σε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα, τεκμηριώνει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από μέλη των σωμάτων ασφαλείας και την ανικανότητα ή την απροθυμία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών να οδηγήσουν τους υπεύθυνους σε λογοδοσία.
Τα αυστηρά μέτρα λιτότητας που υιοθετήθηκαν στον απόηχο της ολοένα και βαθύτερης χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ελλάδα προκάλεσαν πολλές ειρηνικές κυρίως διαμαρτυρίες.
Υπάρχουν πολυάριθμοι ισχυρισμοί για χρήση υπερβολικής βίας, περιλαμβανομένης της χρήσης χημικών ερεθιστικών ουσιών και χειροβομβίδων κρότου λάμψης, με τρόπο που παραβιάζει τα διεθνή πρότυπα.
Οι διαδηλωτές, κυρίως εκείνοι που ξυλοκοπούνται ή δέχονται χημικά από την αστυνομία, συχνά δεν μπορούν να κάνουν καταγγελία, καθώς τη στιγμή εκείνη δεν είναι σε θέση να σημειώσουν την ατομικό αριθμό αναγνώρισης των αστυνομικών που διαπράττουν την παραβίαση, ο οποίος ενίοτε βρίσκεται στο πίσω μέρος του κράνους τους -αν το φορούν καθόλου.
Κατά τη διάρκεια της σύλληψης και της κράτησης διαδηλωτές έχουν ξυλοκοπηθεί και έχουν στερηθεί πρόσβαση σε γιατρό ή δικηγόρο.
Τη μεταχείριση αυτή, επίσης, υφίστανται άνθρωποι που κατηγορούνται για συμμετοχή σε εγχώριες ένοπλες ομάδες, μέλη ευάλωτων ομάδων, όπως μετανάστες και αιτούντες άσυλο που κρατούνται για μεταναστευτικούς σκοπούς, καθώς και κοινότητες που ζουν στις παρυφές της κοινωνίας, περιλαμβανομένων πολλών Ρομά.
«Συχνά αστυνομικοί που ευθύνονται για εγκληματική συμπεριφορά μένουν ατιμώρητοι και τα θύματα δεν έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και δεν λαμβάνουν επανόρθωση», δήλωσε ο David Diaz-Jogeix.
Αυτό συμβαίνει εξαιτίας συστημικών προβλημάτων στη διερεύνηση, τη δίωξη και την τιμωρία των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Επιπλέον, ο ορισμός των βασανιστηρίων στον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα είναι εξαιρετικά στενότερος από ό,τι στις διεθνείς συνθήκες στις οποίες συμμετέχει η Ελλάδα. Η Διεθνής Αμνηστία γνωρίζει μόνο έναν πολύ μικρό αριθμό υποθέσεων όπου προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας έχει κατηγορηθεί για βασανιστήρια.
Η αποτυχία των ελληνικών αρχών να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά περιστατικά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αστυνομικούς έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν τα θύματα την πίστη τους στο ποινικό σύστημα δικαιοσύνης και να είναι απρόθυμα να καταγγέλλουν τέτοια περιστατικά. Επίσης, οι αρχές έχουν αποτύχει να εγκαθιδρύσουν έναν πραγματικά αποτελεσματικό και ανεξάρτητο μηχανισμό διερεύνησης καταγγελιών για μέλη των σωμάτων ασφαλείας.
«Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Πόσω μάλλον οι ίδιοι οι άνθρωποι που έχουν εξουσιοδοτηθεί να τον επιβάλλουν», δήλωσε ο David Diaz-Jogeix.
«Εάν οι ελληνικές αρχές δεν θέσουν τις παραβιάσεις της αστυνομίας ως απόλυτη προτεραιότητα και δεν αντιμετωπίσουν τα συστημικά προβλήματα που τις επιτρέπουν, θα κυριαρχεί η ατιμωρησία».
Υποθέσεις
Ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος, ο οποίος κάλυπτε διαμαρτυρίες εναντίον των νέων μέτρων λιτότητας στην Πλατεία Συντάγματος, περιέγραψε στη Διεθνή Αμνηστία πώς στις 15 Ιουνίου 2011 ένας διοικητής αστυνομικής μονάδας έδωσε εντολή σε αστυνομικό να του πετάξει χειροβομβίδα κρότου λάμψης. Λίγο πριν την επίθεση, ο Κυπραίος, σύμφωνα με αναφορές, είχε δηλώσει τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Ο Μανώλης Κυπραίος υπέστη ολική απώλεια της ακοής και στα δύο αυτιά, γεγονός που πρακτικά τερμάτισε τη δημοσιογραφική του καριέρα. Στο τέλος του 2011 ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών απήγγειλε κατηγορίες σε βάρος αγνώστων μέχρι στιγμής αστυνομικών για εσκεμμένη πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στο δημοσιογράφο.
Αστυνομικοί των ΜΑΤ χτύπησαν τον Γιάννη Καυκά, άνεργο ψυχολόγο και μεταπτυχιακό φοιτητή φωτογραφίας, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας εναντίον των μέτρων λιτότητας στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011, προκαλώντας του παρ’ολίγον θανατηφόρα τραύματα στο κεφάλι. Σύμφωνα με τον ίδιο και το δικηγόρο του, χτυπήθηκε με έναν από τους πυροσβεστήρες που φέρουν μέλη των ΜΑΤ. Ο Γιάννης Καυκάς έμεινε στο νοσοκομείο επί 20 ημέρες, 10 από τις οποίες στη μονάδα εντατικής θεραπείας, αφού υποβλήθηκε σε επείγουσα εγχείρηση. Τον Φεβρουάριο του 2012 η αστυνομία υπέβαλε τα ευρήματά της για την υπόθεση του Γιάννη Καυκά στον Εισαγγελέα Αθηνών. Ωστόσο, ο εισαγγελέας δεν έχει ακόμα αποφασίσει εάν οι κατηγορίες πρόκειται να απαγγελθούν κατά γνωστού ή ακόμα μη αναγνωρισμένου αστυνομικού.
Ο Χρήστος Χρονόπουλος, ο οποίος πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα, συνελήφθη επειδή προκάλεσε ενόχληση σε καφετέρια και μεταφέρθηκε σε αστυνομικό τμήμα στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007μετά τις 11:00, όπου τέθηκε υπό κράτηση. Αργότερα μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Οι γιατροί στο νοσοκομείο διαπίστωσαν ότι ο Χρήστος Χρονόπουλος είχε υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κρανιογκεφαλικό οίδημα, και πολλαπλές εκχυμώσεις στο στέρνο και τον ένα καρπό. Χειρουργήθηκε στις 23 Μαΐου 2007 νωρίς το πρωί και πέρασε 2 μήνες στη μονάδα εντατικής θεραπείας, αρκετές εβδομάδες σε κώμα, τρεις μήνες στη νευροχειρουργική πτέρυγα, και άλλους έξι μήνες σε κέντρο αποκατάστασης. Ως αποτέλεσμα του τραύματός του στο κεφάλι, ο Χρήστος Χρονόπουλος, πάσχει από ακράτεια, μετατραυματική αμνησία, επιληψία, διαταραχές όρασης και σημαντική δυσχέρεια βάδισης. Δεν είναι πλέον σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και τον φροντίζουν οι συγγενείς του. Μετά από έρευνα, η εισαγγελέας συνέστησε να παραπεμφθούν σε δίκη τέσσερις αστυνομικοί για την από κοινού πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ωστόσο, στις 26 Ιανουαρίου 2011 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάσισε να μην απαγγείλει κατηγορίες στους τέσσερις αστυνομικούς με το σκεπτικό ότι δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Προσφυγή κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εισαγγελέας Εφετών, για να απορριφθεί από το Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών για διαδικαστικούς λόγους. Στη συνέχεια κατατέθηκε προσφυγή κατά του βουλεύματος στον Άρειο Πάγο, ο οποίος, με απόφασή του, αποφάσισε να διαβιβάσει την υπόθεση στο Συμβούλιο Εφετών για εκ νέου εξέταση. Τον Απρίλιο του 2012 το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε να παραπέμψει τους τέσσερις αστυνομικούς σε δίκη.
Η έκθεση «Αστυνομική Βία στην Ελλάδα: Όχι μόνο Μεμονωμένα Περιστατικά» παρουσιάστηκε σήμερα σε συνέντευξη Τύπου της Διεθνούς Αμνηστίας, σε συνεργασία με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ), στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στην Αθήνα. Την έκθεση παρουσίασαν οι Λία Γώγου, ερευνήτρια της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ελλάδα και την Κύπρο, Ηλίας Αναγνωστόπουλος, διευθυντής ελληνικού τμήματος Διεθνούς Αμνηστίας, και David Diaz-Jogeix, Αναπληρωτής Διευθυντής του Προγράμματος της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Χαιρετισμό απηύθυναν οι Γιώργος Σαββίδης, Πρόεδρος της ΠΟΕΣΥ, και Δημήτρης Τρίμης, πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ. Μίλησαν, επίσης, οι Γιάννης Καυκάς, Μανώλης Κυπραίος και Μάριος Λώλος.
Μπορείτε να δείτε ολόκληρη την έκθεση εδώ

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

O φασισμός στο σαλόνι μας (the press project)

Ο εκλογικός θρίαμβος της Χρυσής Αυγής αντιμετωπίστηκε με υποκριτική έκπληξη. Στο ThePressProject επιχειρούμε μέσα από τη μελέτη μίας χαρακτηριστικής περίπτωσης, του Άγιου Παντελεήμονα, που σταδιακά αναδείχθηκε σε σημαία της ακροδεξιάς ρητορικής, να δείξουμε την πορεία προς αυτή την κατάληξη. Εστιάζουμε στο πώς στη διάρκεια των τελευταίων ετών σταδιακά άλλαξε ο λόγος για τους μετανάστες στην πλατεία του Άγιου Παντελεήμονα (κυρίως τους ασιάτες μετανάστες: είναι χαρακτηριστικό ότι τα στερεότυπα που αφορούσαν τους Αλβανούς της δεκαετίας του ’90 έχουν ατονήσει εδώ και καιρό), παίρνοντας ως παράδειγμα την εφημερίδα «Καθημερινή», και ακολούθως συζητούμε το αν και κατά πόσο η όξυνση της ρητορικής περί εγκληματικότητας των μεταναστών ανταποκρίνεται στα στατιστικά δεδομένα. Ο φάκελος περιλαμβάνει συγκεντρωμένο υλικό από τις εφημερίδες, βίντεο και εικόνες, σχετικές επιστημονικές έρευνες καθώς και συνεντεύξεις από ειδικούς και ακτιβιστές.



Διαβάστε τη συνέχεια της εξαιρετικής έρευνας στο the press project.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη(4o τελευταίο μέρος)



της Ελένης Αστερίου

Στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς
Ναζιστική εξουσία: δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου
Η κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η καταστροφή των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, η τρομοκρατία της ναζιστικής εξουσίας εξασφάλισαν μια «ειρήνευση» των μαζών που δεν υπήρχε στη Γερμανία από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης τον δέκατο ένατο αιώνα. Ήταν το ιδανικό περιβάλλον για την άνθηση των Γερμανών καπιταλιστών.
Ο Χίτλερ, που τον ανέβασαν στην εξουσία οι μεγιστάνες της βιομηχανίας και οι τραπεζίτες, ήταν ξεκάθαρος στην ομιλία του στο Ράιχσταγκ τον Μάρτιο του 1933 επιβάλλοντας τη ναζιστική δικτατορία: «Είναι αρχή της κυβέρνησης όσον αφορά τη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων
του γερμανικού λαού: δεν θα ασκήσουμε κρατικοποιημένη και γραφειοκρατική οικονομία, θα ενθαρρύνουμε στο μέγιστο την ιδιωτική πρωτοβουλία και αναγνωρίζουμε τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας.»
Καθησυχάζοντας τους βιομηχάνους, oι οποίοι παραπονιούνται για τη στάση εκείνων των στοιχείων των ναζιστικών οργανώσεων που είχαν πάρει στα σοβαρά την «αντιπλουτοκρατική» δημαγωγία του ναζισμού, ο Χίτλερ διευκρινίζει στις 6 Ιουλίου 1933 σε συγκέντρωση Reichsstatthalter (επιτρόπων του Ράιχ) και ηγετών των SA: «Είμαι αντίθετος στο να αντικαταστήσουμε καλούς ηγέτες της οικονομίας με εθνικοσοσιαλιστές που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από οικονομικά προβλήματα.»44 Διάταγμα του υπουργού Εσωτερικών Φρικ στις 11 Ιουλίου 1933 υπογράμμιζε την αναγκαιότητα σεβασμού της κρατικής εξουσίας και προειδοποιούσε εναντίον της παρέμβασης ανεύθυνων στοιχείων στην οικονομία.
Από το 1933 και μετά τα κέρδη των βιομηχάνων αυξάνονται ταχέως.
Το παρακάτω διάγραμμα της εξέλιξης της απόδοσης του κεφαλαίου (της σχέσης μεταξύ των κερδών και του κεφαλαίου) στη γερμανική βιομηχανία την περίοδο 1925-1941 δείχνει πόσο ευνόησε το ναζιστικό καθεστώς το κεφάλαιο.


ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ TOOZE, ΣΕΛ. 109
Πηγή: Adam Τooze, The Wages of Destruction, σ. 109.

Αυτή η άνοδος των κερδών βοήθησε αρχικά τους βιομηχάνους να ξεπεράσουν τις ζημιές τις οποίες είχαν υποστεί λόγω της κρίσης και στη συνέχεια χρηματοδότησε μια «εξαιρετική άνθηση των επενδύσεων, τέτοια που δεν είχε γνωρίσει ποτέ στην ιστορία της η γερμανική βιομηχανία. (…) η γερμανική βιομηχανία συνέχισε να ασκεί εξουσία στο Τρίτο Ράιχ.»45
Η τάξη των καπιταλιστών διατηρεί την αυτονομία της υπό το ναζιστικό καθεστώς. Σύμφωνα με νόμο της 27ης Νοεμβρίου 1934 όλες οι επιχειρήσεις συγκεντρώνονται σε έξι εθνικές ομάδες (Reichsgruppen): βιομηχανία, βιοτεχνία, εμπόριο, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ενέργεια. Επικεφαλής των έξι ομάδων είναι πάντα ένας μεγάλος εργοδότης. Η διεύθυνση της Reichsgruppe Industrie ανατίθεται στον Κρουπ, κατόπιν στον Τένγκελμαν του κοντσέρν Flick, στη συνέχεια στον βιομήχανο Βίλχελμ Ζάνγκεν. Αναλαμβάνοντας αυτή τη θέση το 1938 ο Ζάνγκεν δηλώνει ενώπιον του υπουργού Φουνκ ότι «η αρχή της αυτονομίας της οικονομίας διατηρείται… γεγονός που διαφοροποιεί μια ιδιωτική οικονομία καθοδηγούμενη από το κράτος από μια κρατική οικονομία. Η οικονομία θα αναπτύξει ελεύθερα τη μεγαλύτερη πρωτοβουλία στο πλαίσιο των καθηκόντων που ορίζει το κράτος και όλο το έθνος θα έχει το μεγαλύτερο κέρδος.»46 Βέβαια όπου οικονομία και έθνος διάβαζε τάξη των καπιταλιστών.
Το 1932 το κράτος
είχε στηρίξει την ισχυρή εταιρεία Gelsenkirchen, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω της κρίσης, αγοράζοντας μετοχές της αξίας 125 εκατομμυρίων Reichsmark, αποκτώντας έτσι τον έλεγχο των «Ενωμένων Χαλυβουργείων». Το χιτλερικό καθεστώς επιστρέφει το 1936 στα «Ενωμένα Χαλυβουργεία» το πακέτο των μετοχών που είχε στα χέρια του. Τον Μάρτιο του 1936 το κράτος δίνει την πλειοψηφία των μετοχών της ναυπηγικής εταιρείας Deutscher Schiff und Maschinenbau τις οποίες κατείχε σε ομάδα εμπόρων της Βρέμης, καθώς και μετοχές αξίας 8 εκατομμυρίων Reichsmark (σε σύνολο 10 εκατομμυρίων) της ναυτιλιακής εταιρείας Ηamburg Süd Amerika σε ένα κονσόρτσιουμ του Αμβούργου.
Το ίδιο συνέβη και στον τομέα των τραπεζών. Μετά το τραπεζικό κραχ το κράτος είχε αποκτήσει το 90% του κεφαλαίου της Dresdner Bank και της Danat (που είχαν συγχωνευτεί), το 70% του κεφαλαίου της Commerz- und Privatbank, το 35% της Deutsche Diskonto-Bank. Τον Δεκέμβριο του 1933 ο υπουργός Οικονομίας του Τρίτου Ράιχ ανακοινώνει ότι το κράτος προτίθεται να εγκαταλείψει τα σημαντικά μερίδια που κατέχει τα τελευταία δύο χρόνια στο κεφάλαιο ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων. Τον Μάρτιο του 1937 η Deutsche Diskonto-Bank αναγγέλλει ότι έχει ανακτήσει από το κράτος το σύνολο των μετοχών της και έχει ξαναγίνει εξ ολοκλήρου ιδιωτική τράπεζα. Τον Αύγουστο του 1937 η Commerz- und Privatbank αναγγέλλει ότι το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της έχει επανέλθει στα χέρια ιδιωτών και λίγο αργότερα η Dresdner Bank αναγγέλλει ότι ξανάγινε εξ ολοκλήρου ιδιωτική.
Το κεφάλαιο ορεγόταν από παλιά τις δημοτικές επιχειρήσεις. Την ημέρα διορισμού του στο υπουργείο Οικονομίας ο Σαχτ αναγγέλλει ότι θα επιταχύνει τη διάλυση των δημοτικών επιχειρήσεων. Νόμος της 13ης Δεκεμβρίου καταργεί τον νόμο του 1919 για την «κοινωνικοποίηση» της παραγωγής ενέργειας με στόχο  η παραγωγή και η διανομή ενέργειας να περάσουν στα χέρια ιδιωτών.47
Το κράτος υποκαθιστά την ιδιωτική πρωτοβουλία μόνο στις περιπτώσεις δημιουργίας μη αποδοτικών επιχειρήσεων. Δίνει σε αυτές τις επιχειρήσεις, όπως και στην περίπτωση ανάλογων επιχειρήσεων στην Ιταλία, τη μορφή εταιρειών μικτής οικονομίας: το κράτος εγγυάται ένα ορισμένο μέρισμα στο επενδυμένο κεφάλαιο και το ίδιο επωμίζεται όλα τα ρίσκα. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτούνται οι Hermann Goering Reichswerke fur Erzbergbau und Eisenhütten για την εκμετάλλευση σιδηρομεταλλευμάτων χαμηλής απόδοσης. Το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος και οι ιδιώτες βιομήχανοι και τραπεζίτες διαχειρίζονται από κοινού αυτές τις ανώνυμες εταιρείες. Ας πάρουμε το παράδειγμα της σύνθεσης του συμβουλίου της μεγάλης εταιρείας Rheinmetall-Börsig που ενσωματώνεται στα Goering-Werke: ο Μ. Μ. Μπέρσιγκ, ο Καρλ Μπος (της IG Farben), ένας εκπρόσωπος της Deutsche Bank και ένας εκπρόσωπος της Dresner Bank, ένας εκπρόσωπος της παλιάς αριστοκρατίας, δύο εκπρόσωποι του κράτους, ένας εκπρόσωπος του στρατού, δύο εκπρόσωποι των Goering-Werke και ένας εκπρόσωπος του Reichskreditgesellschaft, ημιδημόσιου πιστωτικού ιδρύματος.
Ο νόμος του 1934 που περιορίζει σε 6% του κεφαλαίου τα μερίσματα που διανέμονται στους μετόχους ευνοεί την επανεπένδυση των κερδών στην επιχείρηση, δηλαδή την αυτοχρηματοδότηση. Το ποσό των κερδών που δεν διανεμήθηκαν στους μετόχους από 175 εκατομμύρια το 1932 ανέρχεται σε 5 δισεκατομμύρια μάρκα το 1938.48 Έτσι περισσότερα κεφάλαια από τις τράπεζες και τα ταμιευτήρια είναι διαθέσιμα για χρήση από το κράτος. Εδώ ας σημειώσουμε ότι το κράτος στη ναζιστική Γερμανία δανείζεται από τις τράπεζες με υψηλότερα επιτόκια απ’ ό,τι ισχύει για τον κρατικό δανεισμό άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών εκείνη την εποχή.
Τα κεφάλαια που χρησιμοποιεί το κράτος τόσο για μεγάλα δημόσια έργα όσο και για την προετοιμασία της Γερμανίας για τον πόλεμο δίνουν τεράστια ώθηση στην ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας.

Συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου
Η οργάνωση της ναζιστικής οικονομίας επιταχύνει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.
Από το 1933 έως το 1937 ο αριθμός των επιχειρήσεων μειώνεται κατά 9%, αλλά το μέσο κεφάλαιο των ανώνυμων εταιρειών ανέρχεται από 2,3 εκατομμύρια το 1933, σε 3,8 εκατομμύρια το 1939 και σε 5,5 εκατομμύρια το 1943. Το 1939 εκατόν ενενήντα πέντε εταιρείες έχουν μετοχικό κεφάλαιο 20 και άνω εκατομμυρίων μάρκων (έναντι 174 το 1933) και αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 58% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου του Τρίτου Ράιχ. Από το 1933 έως το 1939 ο αριθμός των επιχειρήσεων που απασχολούν πάνω από 50 εργαζομένους διπλασιάζεται. Οι επιχειρήσεις με πάνω από 50 εργαζομένους απασχολούσαν το 47% του εργατικού δυναμικού το 1925, το 1939 απασχολούσαν το 80% του εργατικού δυναμικού.
Nόμος του 1937 για τις ανώνυμες εταιρείες επιβάλλει ελάχιστο κεφάλαιο 500.000 μάρκων για κάθε νέα εταιρεία. Οι μικρές ανώνυμες εταιρείες (με κεφάλαιο κάτω των 100.000 μάρκων) τείνουν να εξαφανιστούν. Ο αριθμός τους μειώνεται από 2.720 το 1933 σε 328 το 1942. Την ίδια περίοδο ο αριθμός των εταιρειών με κεφάλαιο μεταξύ 100.000 και 500.000 μάρκων μειώνεται από 3.340 σε 1.515.

Ενώ οι μισθοί παγώνουν, οι τιμές ανεβαίνουν. Διάταγμα της 26ης Νοεμβρίου 1936 παγώνει τις τιμές, αλλά στην πράξη η αύξησή τους συνεχίζεται. Όμως οι τιμές χοντρικής πώλησης καθορίζονται στη βάση συζήτησης με το καρτέλ του κλάδου. Περιορίζεται κυρίως το κέρδος των μικρεμπόρων, των βιοτεχνών, του μικρού επιχειρηματία.49
Παρά τη δημαγωγία των ναζιστών πριν από την άνοδό τους στην εξουσία κατά των μεγάλων πολυκαταστημάτων (Karstadt, Tietz), το ναζιστικό καθεστώς όχι μόνο δεν παίρνει κανένα μέτρο εναντίον τους, αλλά αντίθετα τα ενισχύει με εκατομμύρια. Oι μικρέμποροι συντρίβονται ανάμεσα στην άνοδο των τιμών χοντρικής πώλησης και το μπλοκάρισμα των τιμών λιανικής πώλησης μη αντέχοντας τον ανταγωνισμό των μεγάλων πολυκαταστημάτων. Χιλιάδες μικρά καταστήματα κλείνουν.
Αντεπαναστατικό κίνημα των μικροαστικών στρωμάτων, τα οποία συσπειρώνει στη βάση μιας αντιπλουτοκρατικής δημαγωγίας και της εχθρότητας εναντίον της εργατικής τάξης, ο ναζισμός στην εξουσία, όπως και ο φασισμός στην Ιταλία, ασκεί μια πολιτική που ενισχύει το μεγάλο κεφάλαιο εις βάρος των πιο αδυνάμων επιχειρηματιών και των μικροαστικών στρωμάτων.

NSBO, Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο και εργοδοσία
Ο Σαρλ Μπετελέμ σημειώνει στο έργο του L’ économie allemande sous le nazisme (H γερμανική οικονομία υπό τον ναζισμό): «Το γεγονός ότι μια περίοδος οικονομικής ανάκαμψης, επέκτασης της απασχόλησης, ανόδου του κόστους ζωής και αύξησης των κερδών δεν συνοδεύτηκε από καμιά άνοδο των μισθών είναι μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της μισθωτής εργασίας. Αυτό το γεγονός κατέστη εφικτό μετά τη διάλυση των εργατικών οργανώσεων.»
Πράγματι το ναζιστικό καθεστώς καταστρέφοντας τις εργατικές οργανώσεις και επιβάλλοντας την τρομοκρατία του παραδίδει τους εργαζομένους δεμένους χειροπόδαρα στο κεφάλαιο.
Και οι ναζιστικές οργανώσεις για τον έλεγχο της εργατικής τάξης υφίστανται εκκαθάριση από τα πληβειακά στοιχεία που έχουν πάρει στα σοβαρά τη φασιστική δημαγωγία. Το 1928 ο Ράινχολντ Μούσοβ, ναζιστής εργατικής προέλευσης, είχε ιδρύσει την Οργάνωση Εθνικοσοσιαλιστικών Επιχειρησιακών Πυρήνων (ΝSBO). Η επιτυχία τους, όσο υπάρχουν εργατικά συνδικάτα, είναι πολύ περιορισμένη. Ακόμη και τον Μάρτιο του 1933 με τον Χίτλερ στην εξουσία κερδίζουν μόλις το 3% σε εκλογές για εργοστασιακά συμβούλια.
Την επαύριον της Πρωτομαγιάς του 1933 οι εθνικοί ηγέτες της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας ADGB συλλαμβάνονται. Ομάδες των SA σε όλη τη Γερμανία επιτίθενται στα γραφεία των συνδικάτων, βασανίζουν και σκοτώνουν συνδικαλιστές.
Η περιουσία των συνδικάτων μεταβιβάζεται στο Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο (DAF), που ιδρύεται στις 10 Μαΐου υπό την ηγεσία του Λέυ. Στις 16 Μαΐου καταργείται το δικαίωμα της απεργίας και στις 19 Μαΐου το δικαίωμα των συλλογικών συμβάσεων. Το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο επιφορτίζεται με την «πλύση εγκεφάλου» και τον αστυνομικό έλεγχο των εργατών.
Προς μεγάλη απογοήτευσή της δεν είναι η ΝSBO που διαδέχεται τα εργατικά συνδικάτα αλλά το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο. Τα μέλη της ΝSBO δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο προνόμιο έναντι των άλλων μελών του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου. Επιπλέον η ΝSBO χάνει την οικονομική αυτονομία της και ο προϋπολογισμός της υπάγεται στο ταμείο του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου.
Οι εργοδότες αντιδρούν στην όποια παρέμβαση της ΝSBO στις υποθέσεις τους. Στις 22 και στις 25 Ιουνίου 1934 απαγορεύεται στην ΝSBO να συγκεντρώνει συνδρομές και να οργανώνει δημόσιες συγκεντρώσεις. Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών στις 30 Ιουνίου 1934 δεν σηματοδοτεί μόνο την οριστική ήττα των Ταγμάτων Εφόδου αλλά και της ΝSBO, της οποίας ο εθνικός ηγέτης εκτελείται.
Οι εργοδότες δεν ανέχονται καμιά δημαγωγία από την πλευρά του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου. Τον Ιούλιο του 1934 ορισμένοι μεγιστάνες της βιομηχανίας ζητούν από τον Χίτλερ να αποπέμψει τον Λέυ, «του οποίου η δημαγωγική ζύμωση συνεχίζει να αναστατώνει την οικονομία». Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ξεσπά σύγκρουση ανάμεσα στον Σαχτ και τον Λέυ. Ο Σαχτ δεν κρύβει την εχθρότητά του για «τις σοσιαλίζουσες τάσεις του Εργατικού Μετώπου». Το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο στερείται την καθημερινή εφημερίδα του Der Deutsche. To συνέδριο του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου στη Λειψία (26-30 Μαρτίου 1935) είναι η οριστική ταφόπλακα της όποιας πληβειακής φασιστικής δημαγωγίας. Ο Σαχτ αναγγέλλει στο συνέδριο ότι στο εξής το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο θα είναι υπό τον άμεσο έλεγχο της εργοδοσίας: «Ένας εργοδότης θα οριστεί ως αναπληρωτής του ηγέτη κάθε οργάνου του Εργατικού Μετώπου.» Το Εργατικό Μέτωπο δεν θα μπορεί να ασκεί καμιά εποπτεία στην επιχείρηση χωρίς τη συναίνεση της εργοδοσίας.50
Η τάξη των καπιταλιστών έχει τον τελευταίο λόγο, για να επιβεβαιωθεί για μια ακόμη φορά ότι κανένα πολιτικό καθεστώς δεν μπορεί να κυβερνά χωρίς τη στήριξη της τάξης η οποία κατέχει την οικονομική εξουσία. Η ναζιστική δικτατορία ήταν δικτατορία των αφεντικών.


O νόμος για την οργάνωση της εθνικής εργασίας του 1934
«Ο Χίτλερ είναι διάσημος για το ότι είπε πως δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να εθνικοποιήσει τις γερμανικές επιχειρήσεις, αν μπορούσε να εθνικοποιηθεί ο ίδιος ο πληθυσμός.»51
Η ανάλυση του νόμου για την οργάνωση της εθνικής εργασίας (Αrbeitsordnungsgesetz ή AOG) φωτίζει τι σήμαινε η «εθνικοποίηση» του πληθυσμού υπό το ναζιστικό καθεστώς. Αυτός ο νόμος, που υιοθετείται τον Ιανουάριο του 1934, ήταν από τα πλέον αυστηρά νομοθετήματα του καθεστώτος και έφερε τη σφραγίδα της ναζιστικής ιδεολογίας.
Με βάση τον νόμο το κεντρικό στοιχείο της νέας τάξης πραγμάτων είναι η Βetriebsgemeinschaft (εργοστασιακή κοινότητα). Επικεφαλής του εργατικού δυναμικού είναι ο Betriebsführer (ο Φύρερ του εργοστασίου). Οι εργάτες, που αποκαλούνται Gefolgschaft (ακόλουθοι) είναι υποχρεωμένοι να ορκίζονται «πίστη και υπακοή» στον Betriebsführer, ο οποίος «λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό των ακολούθων για όλες τις υποθέσεις του εργοστασίου». Το έργο του Betriebsführer στηρίζει ένα Vertrauensrat (συμβούλιο εμπιστοσύνης), του οποίου καθήκον είναι να «βαθαίνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη εντός της εργοστασιακής κοινότητας». Αυτό το συμβούλιο «εκλέγεται» στη βάση ενός καταλόγου τον οποίο συντάσσει ο ηγέτης του εργοστασίου μαζί με τον εκπρόσωπο του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου. Το συμβούλιο δεν έχει καμιά αρμοδιότητα όταν απουσιάζει ο ηγέτης του εργοστασίου, δηλαδή ο νόμος του απαγορεύει να δρα ως εκπρόσωπος των εργατών. Από τον νόμο απουσιάζει σχεδόν κάθε αναφορά στο Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο.52
Αυτή η έμφαση του νόμου στον Betriebsführer εναρμονιζόταν με την έννοια της Unternehmertum (επιχειρηματική ηγεσία) που κατά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε γίνει της μόδας στους επιχειρηματικούς κύκλους ενάντια στη δύναμη των συνδικάτων, την εργατική νομοθεσία και τις θεσμοθετημένες κοινωνικές κατακτήσεις.
Όλη την περίοδο από το ξέσπασμα της κρίσης έως την άνοδο των ναζιστών στην εξουσία οι ενώσεις των βιομηχάνων διεξάγουν πάλη εναντίον του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των κατά βιομηχανικό κλάδο συλλογικών συμβάσεων. Αιχμή του δόρατος αυτής της επίθεσης είναι η απαίτηση για επιστροφή στον καθορισμό των μισθών στο επίπεδο της επιχείρησης.
Ο νόμος για την οργάνωση της εθνικής εργασίας, δίνοντας έμφαση στο ατομικό εργοστάσιο, ανταποκρίνεται σε αυτή την απαίτηση όλων των κλάδων της γερμανικής οικονομίας και αυτή την πλευρά της νέας ρύθμισης τονίζει ο υπουργός Οικονομικών του Ράιχ, Σμιτ, παρουσιάζοντας τον νόμο στην κυβέρνηση.
Το καθεστώς είχε παγώσει τους μισθούς και τα ημερομίσθια στο επίπεδο που ήταν το καλοκαίρι του 1933, επίπεδα πολύ κατώτερα από εκείνα του 1929. Ο νόμος για την οργάνωση της εθνικής εργασίας επέτρεπε στους καπιταλιστές να καθορίζουν στο επίπεδο της επιχείρησής τους όλη τη δομή των μισθών στη βάση των ήδη χαμηλών κατώτερων μισθών. Επιπλέον διάταγμα του Οκτωβρίου 1935 εξουσιοδοτούσε τους Επιτρόπους Εργασίας να μειώνουν ακόμη και τους κατώτερους μισθούς σε ειδικές συνθήκες. Ο θεσμός των Επιτρόπων Εργασίας (Τreuhänder der Arbeit) είχε καθιερωθεί με νόμο της 29ης Μαΐου 1933. Οι Επίτροποι Εργασίας ήταν κρατικοί υπάλληλοι υπό το υπουργείο Εργασίας και το καθήκον τους ήταν να διατηρούν την «εργασιακή ειρήνη» στους χώρους εργασίας. Στις περιπτώσεις παραβίασης από τους εργαζομένους αυτής της «ειρήνης», αυτό ήταν αρμοδιότητα της Γκεστάπο, των φυλακών, των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι Επίτροποι Εργασίας έπρεπε να παρεμβαίνουν όσο το δυνατόν λιγότερο στις εσωτερικές υποθέσεις της βιομηχανικής κοινότητας, ενώ το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο δεν μπορούσε να παρεμβαίνει καθόλου.
Στόχος του νόμου για την οργάνωση της εθνικής εργασίας ήταν να υποτάξει την εργατική τάξη σε πλήρη ανημποριά και να δώσει στην ηγεσία της επιχείρησης τη μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία για τον καθορισμό των εργασιακών συνθηκών και των μισθών στην επιχείρησή της. Υπέτασσε τους εξατομικευμένους εργάτες στην απόλυτη εξουσία του εργοδότη, εξουσία την οποία στήριζε η πανταχού παρούσα τρομοκρατία του ναζιστικού καθεστώτος.
Ο Μάνσφελντ, από τους κύριους συντάκτες του νόμου για την οργάνωση της εθνικής εργασίας, σχολιάζοντας τον νόμο το 1941 έγραφε:
«… Η σχέση πίστης [Τreueverhältnis] ανάμεσα στον ηγέτη και στους ακολούθους… είναι το θεμέλιο της κοινής δραστηριότητάς τους. (…) Όμως η συμβατική σχέση με αμοιβαία και αλληλεξαρτώμενα δικαιώματα και καθήκοντα έχει εξαλειφθεί από τη σχέση ανάμεσα στον επιχειρηματία και στους ακολούθους του.»53

Το ιστορικό του Βέρνερ Μάνσφελντ και του στενού συνεργάτη του, Βόλφγκανγκ Πολ, είναι χαρακτηριστικό. Ο Μάνσφελντ υπήρξε μέλος των Freikorps, ήταν σύμβουλος της εργοδοτικής Ένωσης Ανθρακωρυχείων στο Έσσεν από το 1924 έως το 1933. Ειδικευόταν στο εργατικό δίκαιο και εκπροσωπούσε την Ένωση στις διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα. Ήταν διευθυντικό στέλεχος του υπουργείου Εργασίας από το 1933 έως το 1942. Ο Βόλφγκανγκ Πολ ήταν επίσης στέλεχος στο υπουργείο Εργασίας από τον Ιούλιο του 1933. Στο παρελθόν είχε εργαστεί στο τμήμα κοινωνικής πολιτικής της εταιρείας ΑEG και ως συντάκτης στην εφημερίδα Deutsche Allgemeine Zeitung.
Μέχρι το τέλος του ναζιστικού καθεστώτος η κύρια πηγή ανησυχίας για τους κατόχους της εξουσίας, η μόνη απειλητική για το καθεστώς συλλογικότητα θεωρούνταν η εργατική τάξη, η οποία αντιμετωπιζόταν και αναλόγως.
Το 1945 μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας μιλώντας σε θέατρο του Μονάχου ο Γερμανός λογοτέχνης Ερνστ Βήχερτ, ο οποίος είχε πληρώσει την αντίστασή του στον ναζισμό με τον εγκλεισμό του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλτ, αναφερόμενος στο ότι εκείνοι που μαρτύρησαν για την αντίστασή τους στο ναζιστικό καθεστώς προέρχονταν κυρίως από τις γραμμές της εργατικής τάξης, έλεγε: «Για πολλές δεκαετίες ο Γερμανός εργάτης υπέστη πολυάριθμες ταπεινώσεις, την πείνα και τα βάσανα, αλλά ποτέ δεν σήκωσε ένα τόσο βαρύ φορτίο όσο αυτά τα δώδεκα χρόνια. Ποτέ δεν σήκωσε τέτοιο φορτίο με όλο και πιο ένδοξο τρόπο και κανένα χέρι από κάποιο σκοτεινό ή φωτεινό μέλλον δεν θα μπορέσει να σβήσει από το μέτωπο του Γερμανού εργάτη αυτή την αιώνια λάμψη.»54

Σημειώσεις
1. Ε. Νolte, Between Myth and Revisionism, στο Η. W. Koch (επιμ.), Aspects of the Third Reich, St. Martins, 1985, σσ. 17-38.
2. Στο Λέον Τρότσκι, Γερμανία: ο φασισμός και το εργατικό κίνημα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1978, σ. 12.
3. Λέον Τρότσκι, Τι είναι ο εθνικοσοσιαλισμός;, στο Λέον Τρότσκι, όπ.π., σ. 90.
4. Λέον Τρότσκι, Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία, στο Λέον Τρότσκι, όπ.π., σσ. 12-13.
5. Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του φασισμού, μετάφραση, Κώστας Γεώρμας, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα, 1995, σ. 157.
6. Στάνλει Πέιν, όπ.π., σ. 164.
7. Andrew Hale, Μussolini’s Supporters, στο The Observer supplement, Μάιος 1972.
8. Ε. Ludwig, Entretiens avec Mussolini, Παρίσι, 1932, παρατίθεται στο Daniel Guérin, Fascisme et grand capital, εκδόσεις Μaspero, Παρίσι, 1971, σ. 139.
9. Παρατίθεται στο Daniel Guérin, όπ.π., σ. 141.
10. Στάνλει Πέιν, όπ.π., σσ. 176, 179.
11. Παρατίθεται στο Daniel Guérin, όπ.π., σ. 171.
12. Παρατίθεται στο Daniel Guérin, όπ.π., σ. 173.
13. Corriere della sera, 29 Μαρτίου 1932, Lavoro Fascista, 25 Ιουλίου 1936, παρατίθενται στο Daniel Guérin, όπ.π., σ. 185.
14. Α. Rocco, La Nouova Disciplina, παρατίθεται στο Daniel Guérin, όπ.π., σ. 190.
15. Daniel Guérin, όπ.π., σ. 35.
16. Ian Kershaw, Xίτλερ 1889-1936, Ύβρις, μετάφραση Στέφανος Ροζάνης, εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2000, σ. 379.
17. Ian Kershaw, όπ.π., σ. 378.
18. Ian Kershaw, όπ.π., σ. 403.
19. Gilbert Badia, Histoire de l’Allemagne contemporaine, Éditions Sociales, Παρίσι, 1964, τ. 1, σ. 285.
20. Οtto Dietrich, Mit Hitler in die Macht, παρατίθεται στο Gilbert Badia, όπ.π., τ. 1, σ. 317. Ο Οtto Dietrich ήταν υπεύθυνος τύπου του Χίτλερ.
21. Gilbert Badia, όπ.π., τ. 1, σ. 317.
22. Παρατίθενται στο Gilbert Badia, όπ.π., τ. 1, σ. 295.
23. Παρατίθενται στο Gilbert Badia, όπ.π., τ. 1, σ. 298.
24. Παρατίθενται στο Gilbert Badia, όπ.π., τ. 1, σ. 318.

Αναδημοσιεύεται από: εδώ και τώρα

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη (3o μέρος)


 της Ελένης Αστερίου

Ποιοι ανέβασαν τον Χίτλερ στην εξουσία


Το σημαντικότερο στοιχείο των αποτελεσμάτων των νέων εκλογών στις 6 Νοεμβρίου 1932 είναι η υποχώρηση των ναζιστών, οι οποίοι μέσα σε τρεις μήνες χάνουν πάνω από δύο εκατομμύρια ψήφους και 34 βουλευτικές έδρες. Το KPD καταγράφει νέα άνοδο κερδίζοντας σχεδόν 6.000.000 ψήφους (16,9%), το SPD με 7.251.000 ψήφους χάνει 700.000 ψήφους, οι οποίες όμως αντισταθμίζονται από τα κέρδη των κομμουνιστών. Τα δύο εργατικά κόμματα μαζί κερδίζουν το 37,3% και 221 έδρες έναντι 33,1% και 196 εδρών για το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, το οποίο καταγράφει τα χαμηλότερα ποσοστά του στις μεγάλες πόλεις και τα υψηλότερα στις αγροτικές περιοχές.
Την 1η Δεκεμβρίου 1932 ο Χίντενμπουργκ αναθέτει στον Σλάιχερ τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στις 6 Δεκεμβρίου το Ράιχσταγκ αναστέλλει εκ νέου τις εργασίες του αναθέτοντας στο γραφείο του την εκ νέου σύγκλησή του. Στις 6 Δεκεμβρίου η παραίτηση του Γκρέγκορ Στράσερ, οργανωτικού υπεύθυνου του NSDAP, προκαλεί αναταραχή στους κόλπους των ναζιστών.
Στις 8 Δεκεμβρίου η Deutsche Allgemeine Zeitung, που εκφράζει τα περιβάλλοντα της βιομηχανίας, γράφει ότι υπάρχει κίνδυνος «το ισχυρότερο κόμμα της δεξιάς να απεξαρθρωθεί πριν να εκπληρώσει το ιστορικό καθήκον του, που είναι να πραγματοποιήσει, μαζί με άλλες δυνάμεις του μετώπου της δεξιάς, την εξυγίανση του εθνικού κράτους.»24
Οι Γερμανοί μεγιστάνες της βιομηχανίας και των τραπεζών αποφασίζουν να ρίξουν όλο το βάρος τους για την άνοδο του Χίτλερ και των ναζιστών στην εξουσία. Θεωρούν ότι μόνο η δύναμη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος εγγυάται μια σταθερή κυβέρνηση, ικανή να εξασφαλίσει την «κοινωνική ειρήνη» συντρίβοντας το εργατικό κίνημα. Επιπλέον το πρόγραμμα των ναζιστών για αναθεώρηση των συνόρων και για «ζωτικό χώρο» μπορούσε να τους εξασφαλίσει νέες αγορές. Σε διεθνές επίπεδο η φάση του ειρηνικού ανταγωνισμού λήγει ανοίγοντας τον δρόμο της προετοιμασίας για ένα νέο μοίρασμα του κόσμου με τη δύναμη των όπλων. Η πολιτική επανεξοπλισμού της Γερμανίας την οποία υποστηρίζει ο Χίτλερ είναι προς άμεσο όφελος των Γερμανών βιομηχάνων.
Τον Νοέμβριο του 1932 με πρωτοβουλία του τραπεζίτη Σαχτ απευθύνεται στον πρόεδρο Χίντενμπουργκ μια έκκληση με τις υπογραφές των Γερμανών μεγιστάνων: Κρουπ, Κούνο, Ρόυς, Xάνιελ, Σίλβερμπεργκ, Ζήμενς, Τύσεν, Μπος, κλπ. Η έκκληση ζητά «να ανατεθεί η ευθύνη της εξουσίας στον αρχηγό του σημαντικότερου εθνικού κόμματος.»
Στις 4 Ιανουαρίου 1933 στην έπαυλη του τραπεζίτη Σραίντερ στην Κολωνία και με δική του πρωτοβουλία συναντιούνται ο φον Πάπεν με τον Χίτλερ, οι οποίοι καταλήγουν στη συμφωνία η οποία θα εφαρμοστεί στις 30 Ιανουαρίου: ο Χίτλερ καγκελάριος, ο φον Πάπεν αντικαγκελάριος, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα θα μοιραζόταν την εξουσία με το παραδοσιακό εθνικιστικό κόμμα DNVP.
Oι ναζιστές κάνουν επίδειξη δύναμης στο Βερολίνο με συγκεντρώσεις στο Sportpalast και με διαδήλωση των SA, υπό την προστασία της αστυνομίας, μπροστά στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στις 22 Ιανουαρίου. Την ίδια μέρα γίνεται νέα συνάντηση φον Πάπεν και Χίτλερ, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του Όσκαρ φον Χίντενμπουργκ, γιου του προέδρου. Το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου ο φον Πάπεν υποβάλλει στον πρόεδρο τον κατάλογο της νέας κυβέρνησης: ο Χίτλερ καγκελάριος, ο Φρικ υπουργός Εσωτερικών, ο Γκέρινγκ υπουργός Αεροπορίας και υπουργός Εσωτερικών της Πρωσίας. Ο φον Πάπεν παίρνει τη θέση του αντικαγκελάριου. Τα υπόλοιπα υπουργεία μοιράζονται στην παραδοσιακή εθνικιστική δεξιά. Το υπουργείο της Reichswehr ανατίθεται στον στρατηγό φον Μπλόμπεργκ, που διάκειται ευνοϊκά προς τους ναζιστές. Στις 30 Ιανουαρίου ο Χίτλερ είναι καγκελάριος της Γερμανίας. Την 1η Φεβρουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ διαλύει το Ράιχσταγκ, στο οποίο η νέα κυβέρνηση δεν είχε την πλειοψηφία, και ορίζει εκλογές για τις 5 Μαρτίου.
Η Reichsverband der deutschen Industrie υποσχόταν στην κυβέρνηση την πλήρη υποστήριξη των εργοδοτών διαβεβαιώνοντάς την ότι «θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει στο δύσκολο έργο της». Τα συγχαρητήρια του Κρουπ, προέδρου της εργοδοτικής ένωσης, προς τον Χίτλερ είναι χαρακτηριστικά: «Η εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης ανταποκρίνεται στις ευχές τις οποίες είχαμε εκφράσει εδώ και καιρό εγώ ο ίδιος και η διοικούσα επιτροπή.»25

Στις 20 Φεβρουαρίου 1933 στη βίλα του Γκέρινγκ ο Χίτλερ συναντιόταν με ομάδα εικοσιπέντε ηγετών της γερμανικής βιομηχανίας, στους οποίους περιλαμβάνονταν ο Γκέοργκ φον Σνίτσλερ, της χημικής βιομηχανίας IG Farben, ο Κρουπ φον Μπόλεν, της αυτοκρατορίας Κρουπ και πρόεδρος της Ένωσης των Γερμανών βιομηχάνων, ο Άλμπερτ Βέγκλερ, της Vereinigte Stahlwerke, της δεύτερης μεγαλύτερης εταιρείας χάλυβα στον κόσμο. Ο Χίτλερ δήλωνε ξεκάθαρα τους στόχους του. Σχεδίαζε να βάλει τέλος στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στόχευε να συντρίψει την αριστερά και για αυτόν τον στόχο ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει φυσική βία. Είχε έρθει η ώρα «να συντριβεί πλήρως η άλλη πλευρά». Και ο Γκέρινγκ αποκάλυπτε τον άμεσο στόχο της συνάντησης. Εφόσον τα συμφέροντα των γερμανικών επιχειρήσεων συνδέονταν άμεσα με την πάλη κατά της αριστεράς, θα έπρεπε να συμβάλουν οικονομικά: «Οι θυσίες», επισήμαινε ο Γκέρινγκ, «θα είναι πολύ ευκολότερες… αν η [βιομηχανία] αντιλαμβανόταν ότι οι εκλογές της 5ης Μαρτίου θα είναι σίγουρα οι τελευταίες για τα επόμενα δέκα χρόνια, πιθανόν ακόμη και για τα επόμενα εκατό χρόνια.» Ο Κρουπ φον Μπόλεν, ο ορισμένος εκπρόσωπος της επιχειρηματικής πλευράς, δήλωνε ότι όλοι οι παρόντες σίγουρα συμφωνούν για την ταχύτερη δυνατή λύση της πολιτικής κατάστασης, ότι ο επιχειρηματικός κόσμος υποστήριζε ότι μόνο υπό ένα ισχυρό και ανεξάρτητο κράτος θα μπορούσαν η οικονομία και οι επιχειρήσεις «να αναπτυχθούν και να ανθήσουν». Τις επόμενες τρεις εβδομάδες ο Σαχτ θα συγκέντρωνε για λογαριασμό του ναζιστικού κόμματος οικονομικές ενισχύσεις από 17 διαφορετικές επιχειρηματικές ομάδες. Οι μεγαλύτερες συνεισφορές προήλθαν από την IG Farben (400.000 Reichsmark), την Deutsche Bank (200.000 Reichsmark), την ένωση ιδιοκτητών ορυχείων (400.000 Reichsmark) και μια ομάδα εταιρειών παραγωγής ηλεκτρικών μηχανών που περιλάμβανε τις Telefunken, AEG και Accumulatoren Fabrik. Τα επόμενα χρόνια το Adolf Hitler Spende θα θεσμοθετούνταν ως μόνιμη συνεισφορά για τα προσωπικά έξοδα του Χίτλερ.26
Μερικές εβδομάδες νωρίτερα ο Χίτλερ μιλώντας στους Γερμανούς στρατηγούς είχε αναφερθεί ανοιχτά «στον επανεξοπλισμό και στην ανάγκη εδαφικής επέκτασης.»27 Ο Χίτλερ είχε εξασφαλίσει την εύνοια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1933 στο συνέδριο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη ο Χίτλερ διατυπώνει αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός όταν θα πει: «Αν την ώρα της επανάστασης ο στρατός δεν είχε τοποθετηθεί στο πλευρό μας, δεν θα είμαστε εδώ που είμαστε σήμερα.»28
Στις 4 Φεβρουαρίου ο Χίτλερ εξασφαλίζει από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ διάταγμα «για την προστασία του λαού» στη βάση του οποίου αρχίζει η εκκαθάριση της διοίκησης και της αστυνομίας και η τοποθέτηση σίγουρων ατόμων στις θέσεις κλειδιά. Στην Πρωσία τα SA, τα SS και οι Χαλυβρόκρανοι κηρύσσονται «βοηθητικοί αστυνομικοί σχηματισμοί», που τα μέλη τους μπορούν να κάνουν έρευνες σε σπίτια και γραφεία και να προβαίνουν σε συλλήψεις. Οι εφημερίδες και οι συγκεντρώσεις των εργατικών κομμάτων απαγορεύονται. Στις 23 Φεβρουαρίου η αστυνομία καταλαμβάνει τα κεντρικά γραφεία του KPD στο Βερολίνο.
Στις 19 Φεβρουαρίου ο υπουργός Εσωτερικών Φρικ δηλώνει ότι «το KPD πρέπει να συντριβεί με άλλον τρόπο και όχι με μια απλή απαγόρευση». Το πρόσχημα θα είναι η προβοκάτσια της πυρκαγιάς του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου. Ο Χίτλερ δηλώνει αμέσως: «Η κυβέρνηση θα πάρει τώρα τα αναγκαία μέτρα για την ολοκληρωτική εξάλειψη αυτού του κινδύνου, του τρομερότερου κινδύνου [του κομμουνισμού] που απειλεί όχι μόνο τη Γερμανία, αλλά την Ευρώπη.»29
Την ίδια νύχτα η αστυνομία προχωρά σε μαζικές συλλήψεις κομμουνιστών. Ο Χίντενμπουργκ εκδίδει τρία νέα διατάγματα. Το ένα επιτρέπει τις αυθαίρετες συλλήψεις. Το άλλο δίνει το δικαίωμα στην κεντρική κυβέρνηση να καθαιρεί τις κυβερνήσεις των κρατιδίων. Το άλλο προβλέπει την ποινή του θανάτου για προδοσία, εμπρησμό, κλπ. Αυτά τα προεδρικά διατάγματα μαζί με εκείνα της 4ης και της 23ης Φεβρουαρίου, που καταλύουν όλες τις ελευθερίες, δίνουν ανεξέλεγκτες εξουσίες στην αστυνομία και επιτρέπουν όλα τα εγκλήματα, θα διατηρηθούν μέχρι το 1945.
Όμως παρά τις απαγορεύσεις και τη ναζιστική τρομοκρατία οι εκλογές της 5ης Μαρτίου δεν δίνουν την απόλυτη πλειοψηφία στον Χίτλερ. Οι κομμουνιστές διατηρούν παρά τις διώξεις και τις συλλήψεις 81 έδρες, οι σοσιαλδημοκράτες χάνουν μόνο μία έδρα. Το καθολικό κόμμα του Κέντρου κερδίζει τρεις έδρες. Νέο διάταγμα επιβάλλει τη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος (καταργώντας έτσι και τις βουλευτικές έδρες του) και δημεύει την περιουσία του. Η Reichsbanner, η πολιτοφυλακή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, απαγορεύεται. Στα κρατίδια στα οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν έχει την πλειοψηφία ο Χίτλερ ορίζει Reichsstatthalter (επιτρόπους του Ράιχ) με διευρυμένες εξουσίες. Οι ελάχιστες εφημερίδες που είχαν διατηρήσει κάποια ανεξαρτησία απαγορεύονται ή εκκαθαρίζονται. Αντισημιτική βία ξεσπά σε όλη τη Γερμανία. Τα SA και τα SS έχουν πλήρη ελευθερία δράσης. Στις 20 Μαρτίου ο διοικητής της αστυνομίας του Μονάχου αναγγέλλει το άνοιγμα του πρώτου στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Νταχάου για 5.000 πολιτικούς κρατουμένους. Είναι η απαρχή της φρίκης των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Στις 23 Μαρτίου 1933 το Ράιχσταγκ ψηφίζει με 441 ψήφους υπέρ έναντι 94 κατά την ανάθεση της πλήρους εξουσίας στην κυβέρνηση για τέσσερα χρόνια. Μόνο οι παρόντες σοσιαλδημοκράτες βουλευτές καταψηφίζουν. Έντεκα βουλευτές του SPD έχουν ήδη συλληφθεί. Στη συνέχεια το Ράιχσταγκ διαλύεται. Είναι και το τυπικό τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Έχουν σημάνει μεσάνυχτα στον αιώνα όχι μόνο για τη Γερμανία αλλά σε λίγα χρόνια για όλη την Ευρώπη.
Σε σύντομο διάστημα το SPD, στις 22 Ιουνίου, θα ακολουθήσει την τύχη του KPD. Ήδη στις 2 Μαΐου το καθεστώς έχει συλλάβει την ηγεσία της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας. Ο Χούγκενμπεργκ παραιτείται από την κυβέρνηση και στις 28 Ιουνίου το κόμμα του, το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα, διαλύεται. Στις 5 Ιουλίου το καθολικό κόμμα του Κέντρου αυτοδιαλύεται υποτασσόμενο στο Κονκορδάτο του Χίτλερ με το Βατικανό. Η κυβέρνηση του Ράιχ αποτελείται πλέον μόνο από ναζιστές. Ο νόμος της 15ης Ιουλίου 1933 προβλέπει βαριές ποινές για όποιον προσπαθήσει να ανασυγκροτήσει τα κόμματα που έχουν διαλυθεί ή να δημιουργήσει καινούργιο κόμμα. Με βάση τον ίδιο νόμο το ναζιστικό κόμμα είναι το μοναδικό κόμμα στη Γερμανία. Ο Ρούντολφ Ες, αναπληρωτής του Χίτλερ στην ηγεσία του κόμματος, και ο Ρεμ, ηγέτης των Ταγμάτων Εφόδου, γίνονται υπουργοί άνευ χαρτοφυλακίου. Στις 2 Αυγούστου 1934, την ημέρα θανάτου του Χίντενμπουργκ, με απλό διάταγμα ο Χίτλερ γίνεται εκτός από καγκελάριος και αρχηγός του κράτους. Την ίδια ημέρα ο υπουργός της Reichswehr αναγγέλλει ότι η Reichswehr έδωσε όρκο πίστης στον Χίτλερ, που έγινε ανώτατος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων.
γραφεία του ΚΚΓ ως το 1933
Σοσιαλδημοκρατία, ρεφορμιστικά συνδικάτα, ΚPD
Παρότι το ζήτημα των ευθυνών των ηγεσιών των εργατικών κομμάτων για την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία δεν είναι το κύριο θέμα αυτού του άρθρου, θα πρέπει να κάνουμε μια αναφορά στους εσωτερικούς ως προς το εργατικό κίνημα παράγοντες που συνέβαλαν στην αποδυνάμωσή του και επέτρεψαν την ήττα του από τον ναζισμό.
Πίσω από την τακτική της «ανοχής», του «μικρότερου κακού» την οποία ακολουθεί η γερμανική σοσιαλδημοκρατία όλη την περίοδο από το 1930 έως το 1933 υπάρχει μια βαθύτερη ουσία. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε στο έδαφος της ήττας της προλεταριακής επανάστασης, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά η σοσιαλδημοκρατία. Η αστική τάξη χάρη στη σοσιαλδημοκρατία έσωσε το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της. Παρότι για το μεγάλο κεφάλαιο και σημαντικούς τομείς του στρατού και του αστικού κρατικού μηχανισμού η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν ήταν η λύση της επιλογής τους (με συνέπεια να περικλείει εξαρχής τα σπέρματα της αποσταθεροποίησής της), ήταν η πολιτική λύση την οποία επέβαλε ο ταξικός συσχετισμός ο οποίος υπήρχε.
Η σοσιαλδημοκρατία ήταν σημαντικός πυλώνας του αστικού συστήματος, αναγκαίος όσο καιρό η αστική τάξη είχε ανάγκη τη διαμεσολάβηση της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας, πολιτικής και συνδικαλιστικής, στις σχέσεις της με την εργατική τάξη. Σε αυτό το πλαίσιο, που καθορίστηκε από την ήττα της εργατικής τάξης το 1918-19 και ξανά το 1923, αλλά σε ένα έδαφος στο οποίο η εργατική τάξη διατηρούσε τις δυνάμεις της και την πολιτική και συνδικαλιστική ισχύ μέσα από την οργάνωσή της στο SPD, στο KPD και στα συνδικάτα, υπήρχαν οι εργατικές κοινωνικές κατακτήσεις, οι συλλογικές συμβάσεις, τα εργοστασιακά συμβούλια. Αυτή ήταν η βάση της δύναμης των συνδικάτων, ως οργανώσεων της τάξης και υπεράσπισης των συμφερόντων της, αλλά και της δυνατότητας της ρεφορμιστικής ηγεσίας της ADGB, της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, να συνδιαλέγεται με την εργοδοσία.
Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 1929 αυτή η κατάσταση αλλάζει ριζικά. Οι τάσεις για το «ισχυρό κράτος», που εγκαινιάζονται με το τέλος της κυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Μύλερ, επιτείνονται συνεχώς. Η εργοδοσία δεν μπορεί πλέον να ανεχθεί τις εργατικές κατακτήσεις και περνά σε μετωπική επίθεση.
H ηγεσία της ADGB, στο όνομα της υπεράσπισης των συλλογικών συμβάσεων, αποδέχεται τις μειώσεις μισθών τις οποίες επιβάλλει η εργοδοσία. Η σοσιαλδημοκρατική πολιτική και συνδικαλιστική ηγεσία αποδέχεται την καπιταλιστική προπαγάνδα ότι η καπιταλιστική κρίση είναι ένα είδος φυσικής καταστροφής που αφορά όλο το έθνος, εργοδότες και εργάτες εξίσου. Είναι μια πολιτική που σπέρνει την απογοήτευση στους εργάτες και διαιρεί τις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Ήδη από το 1929 ο ηγέτης του SPD Σέβερινγκ, υπουργός Εσωτερικών της Πρωσίας από το 1920 μέχρι το 1932 με διάλειμμα δύο ετών, χρησιμοποιεί το επιχείρημα του «υπέρτερου συμφέροντος της χώρας» ενάντια στις κινητοποιήσεις και τις απεργίες της εργατικής τάξης: «Η εργατική τάξη έχει το μεγαλύτερο συμφέρον, με όλα τα άλλα στρώματα του πληθυσμού, να ελαφρύνει τη χρηματοοικονομική κατάσταση του Ράιχ.»30
Το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιτάσσεται σε αυτή την προπαγάνδα. Η μαχητικότητα των αγωνιστών του αντιμετωπίζεται με απολύσεις από την εργοδοσία. Συχνά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διαγράφουν από τα συνδικάτα τους κομμουνιστές οι οποίοι οργανώνουν την κινητοποίηση των εργατών χωρίς την έγκριση της συνδικαλιστικής ηγεσίας, διαγραφές που αποδυναμώνουν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Από την υποστήριξη στον Μπρύνινγκ σε εκείνη του Χίντενμπουργκ στο όνομα του μικρότερου κακού, η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία δεν έχει να προσφέρει στην εργατική τάξη άλλη εναλλακτική λύση: Μπρύνινγκ ή Χίτλερ, Χίντενμπουργκ ή Χίτλερ. Δεμένη με την αστική τάξη και το κεφάλαιο θα συνοδεύσει μέχρι τέλους τη θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που έχει χάσει πια κάθε περιεχόμενο, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο και το αστικό πολιτικό κατεστημένο ανοίγουν τον δρόμο στην άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Από «ανοχή» σε «ανοχή» καλλιεργεί την παθητικότητα στις εργατικές μάζες και στο όνομα της απόκρουσης του ναζιστικού κινδύνου διευκολύνει την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία.
Τον Δεκέμβριο του 1931 το SPD δημιουργεί το Σιδερένιο Μέτωπο (Εiserne Front) ενάντια στον φασισμό μαζί με «δημοκράτες» αστούς. «Οι αστοί σύμμαχοί τους χρησιμεύουν στους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ως χαλινάρι στον σβέρκο των εργατικών οργανώσεων», γράφει ο Τρότσκι τον Ιανουάριο του 1932 στο Και μετά τι; Ζωτικά προβλήματα για το γερμανικό προλεταριάτο. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία όχι μόνο δεν θα προσφύγει ποτέ στη δύναμη και στην κινητοποίηση των εργατικών μαζών για να συγκρουστεί με τον ναζισμό, αλλά θα εναποθέτει μέχρι τέλους την αντιμετώπιση των ναζιστών σε εκείνους που τους ανοίγουν τον δρόμο. H υποστήριξη στην άγρια πολιτική λιτότητας του Μπρύνινγκ δεν μπορεί να εμπνεύσει τους εργαζομένους ούτε τα συσσίτια μπορούν να αποτελούν προοπτική για τους ανέργους. Η στήριξη την οποία δίνει η σοσιαλδημοκρατία στις εκλογές στον Χίντενμπουργκ ακυρώνει το Σιδερένιο Μέτωπο ως οργάνωση πάλης ενάντια στον ναζισμό.
Όταν τον Ιούλιο του 1932 ο φον Πάπεν καθαιρεί τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας, οι σοσιαλδημοκράτες αποδέχονται παθητικά την καθαίρεσή τους χωρίς ούτε στιγμή να διανοηθούν να προσφύγουν στην κινητοποίηση των μαζών για την υποστήριξή τους. Αρκούνται στη διαμαρτυρία «εναντίον της παραβίασης του συντάγματος» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία είχε χάσει πλέον και κάθε νομιμότητα, και προσφεύγουν στο ανώτατο δικαστήριο της Λειψίας.
Ακόμη και όταν ο Χίτλερ γίνεται καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933, η Vorwärts, η εφημερίδα του SPD, γράφει σε ειδική έκδοσή της: «Απέναντι στην κυβέρνηση που απειλεί με πραξικόπημα, η σοσιαλδημοκρατία παραμένει με τα δύο πόδια στο έδαφος του συντάγματος και της νομιμότητας.»31 Όπως και τα αστικά κόμματα, η σοσιαλδημοκρατία θέλει να τρέφει την αυταπάτη ότι θα έχει τη δυνατότητα να παραμείνει ως αντιπολίτευση υπό τον Χίτλερ. Εθνική συνδιάσκεψη του SPD στις 27 Απριλίου 1933 αποφασίζει να «συνεχίσει το έργο του στο πλαίσιο των νόμιμων δυνατοτήτων».32
Πιστή στην αστική φύση της η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας θα παραμένει μέχρι τέλους προσκολλημένη στην αστική τάξη, ακόμη και όταν η τελευταία όχι μόνο δεν έχει πια ανάγκη τις υπηρεσίες της, αλλά ετοιμάζεται για τη διάλυση και την καταστολή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και τη σύλληψη των ηγετών του.


H ρεφορμιστική ηγεσία της ADGB υπό τον Λάιπαρτ προχώρησε ακόμη παραπέρα. Κατ’ αρχάς διαρρηγνύει τους δεσμούς της με το SPD. Επιχειρεί να συνδιαλλαγεί με το καθεστώς του Χίτλερ. Στις 10 Μαρτίου 1933 δηλώνει: «Δεν είναι αρμοδιότητα των συνδικάτων να πάρουν θέση για τις πολιτικές συνέπειες αυτών των εκλογών.»33 Στις 20 Μαρτίου η συνομοσπονδιακή ηγεσία εκδίδει ένα μανιφέστο: «Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι η έκφραση μιας αναντίρρητης κοινωνικής ανάγκης, απαραίτητο στοιχείο της ίδιας της κοινωνικής τάξης πραγμάτων. (…) Λόγω της φυσικής τάξης των πραγμάτων ενσωματώνονται όλο και περισσότερο στο κράτος. (…) Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν προτίθενται να επηρεάσουν άμεσα την πολιτική του κράτους.» Στις 7 Απριλίου 1933 ο Λάιπαρτ δηλώνει ότι τα συνδικάτα «επιδιώκουν τον ίδιο μεγάλο στόχο με την κυβέρνηση ο οποίος είναι να θεμελιωθεί η εσωτερική και εξωτερική ελευθερία του έθνους πάνω στην παραγωγική δύναμη όλου του λαού».34 Η συνομοσπονδιακή ηγεσία καλεί τα μέλη των συνδικάτων να συμμετάσχουν στην οργανωμένη από τους ναζιστές «εθνική γιορτή» την 1η Μάη 1933.
Αυτή η στάση δεν γλυτώνει ούτε την ADGB από την απαγόρευση και τη διάλυση, ούτε τους συνδικαλιστές από τις δολοφονικές επιθέσεις των Ταγμάτων Εφόδου αλλά ούτε και τον ίδιο τον Λάιπαρτ από τη σύλληψή του.
Την περίοδο 1930-32 το Κομμουνιστικό Κόμμα γνωρίζει σημαντική αύξηση τόσο των μελών του όσο και των ψηφοφόρων του. Από 143.000 μέλη το 1927 αριθμεί περίπου 360.000 μέλη στα τέλη του 1932. Από 13,1% των ψήφων τον Σεπτέμβριο του 1930, κερδίζει 700.000 επιπλέον ψήφους (14,3%) τον Ιούλιο του 1932 και ακόμη 700.000 νέους ψηφοφόρους (16,9%) τον Νοέμβριο του 1932. Είναι σαφές ότι στη νέα κατάσταση σημαντικά τμήματα εργατών που στήριζαν τη σοσιαλδημοκρατία στρέφονται προς το κομμουνιστικό κόμμα.
Είναι αλήθεια ότι την ίδια περίοδο το ποσοστό των ανέργων μελών του κομμουνιστικού κόμματος αυξάνεται σε τέτοιο βαθμό που ορισμένοι χαρακτηρίζουν το KPD αυτής της περιόδου «κόμμα ανέργων». Όμως η ίδια η Γερμανία είναι «χώρα ανέργων», οι οποίοι δεν παύουν να αποτελούν κομμάτι της εργατικής τάξης.
Εξάλλου το χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι ενώ έχουμε όξυνση της πολιτικής ταξικής πάλης, που αντανακλάται και στην ενίσχυση του KPD, η δύναμη της εργατικής τάξης στην αγορά εργασίας είναι εξαιρετικά εξασθενημένη λόγω της μαζικής ανεργίας. Είναι σαφές ότι τα ζητήματα δεν μπορούν να λυθούν ούτε στο επίπεδο του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού ούτε στο επίπεδο του κοινοβουλίου. Η πάλη κατά του φασισμού δεν μπορεί να διεξαχθεί μέσω της υπεράσπισης της ετοιμοθάνατης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αλλά στο επίπεδο της μαζικής κινητοποίησης, της σύγκρουσης με τον φασισμό στο έδαφος της εργατικής τάξης και της προοπτικής της.
Η άλλη πλευρά το αντιλαμβάνεται, για αυτό και όλη η αντιμπολσεβίκικη υστερία που εξαπολύεται στη Γερμανία αυτή την περίοδο. Για αυτό οι κομμουνιστές είναι μόνιμος στόχος της βίας των ναζιστικών συμμοριών.
Οι αγωνιστές της Roter Frontkämpferbund (Ένωση Κόκκινου Μετώπου Μαχητών) δίνουν με κουράγιο την πάλη κατά των φαιοχιτώνων στη βάση του συνθήματος: Κτυπάτε τους φασίστες παντού όπου τους βρίσκετε.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1930 ιδρύεται η Kampfbund gegen den Faschismus (Ένωση πάλης κατά του φασισμού), η οποία ήταν ανοιχτή σε «όλες τις οργανώσεις και τα άτομα που είναι διατεθειμένα να διεξάγουν μαζική πολιτική και ιδεολογική πάλη εναντίον του φασισμού, ιδιαιτέρως εναντίον του εθνικοσοσιαλισμού.»35
 Όμως η πολιτική του «σοσιαλφασισμού» που κυριαρχεί στην πολιτική του KPD αυτής της περιόδου είναι εμπόδιο για την πραγματοποίηση του ενιαίου εργατικού μετώπου. Την ώρα που υπάρχει διάθεση από την πλευρά των εργατών οι οποίοι στηρίζουν τη σοσιαλδημοκρατία να δώσουν την πάλη κατά του φασισμού, η πολιτική του «σοσιαλφασισμού» υψώνει τείχη ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες στη βάση. Έτσι παρά την κίνηση εργατών από το SPD προς το KPD, παρά την εμφάνιση στελεχών της σοσιαλδημοκρατίας που τάσσονται υπέρ του μετώπου με το KPD ενάντια στη γραμμή της ηγεσίας του SPD, η γραμμή του σοσιαλφασισμού και του «μετώπου στη βάση» δεν επιτρέπει την πραγματοποίηση της ενότητας της εργατικής τάξης, η οποία παραμένει διαιρεμένη απέναντι στον ναζισμό.
Την άνοιξη του 1932 πραγματοποιείται μια στροφή στην πολιτική του KPD. Στις 25 Απριλίου η ΚΕ εκδίδει έκκληση προς όλους τους σοσιαλδημοκράτες και συνδικαλισμένους εργάτες: «Είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε μαζί με κάθε οργάνωση στην οποία συσπειρώνονται εργαζόμενοι και η οποία θέλει πραγματικά να δώσει την πάλη εναντίον της μείωσης των μισθών.»36 Στις 25 Μαΐου η ΚΕ απευθύνει νέα έκκληση «να φράξουμε στον χιτλερικό φασισμό τον δρόμο για την εξουσία.»37
Στις 4 Ιουνίου εσωτερική εγκύκλιος προς τους υπεύθυνους των οργανώσεων του κόμματος διευκρινίζει:
«Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πτέρυγες του αστικού-καπιταλιστικού ταξικού μετώπου σε σχέση με τις μεθόδους της αστικής δικτατορίας –παρότι ανάμεσα στις δύο πτέρυγες δεν υπάρχει καμιά ταξική διαφορά ή αντίθεση– μπορεί ωστόσο να οδηγήσει σε βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο πτέρυγες. Έτσι ο χιτλερικός φασισμός έχει το μεγαλύτερο συμφέρον να αποδυναμώσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις οργανώσεις στις οποίες στηρίζεται η επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας.(…) Ο στρατηγικός προσανατολισμός του κύριου κτυπήματος εναντίον της σοσιαλδημοκρατίας δεν σημαίνει εντούτοις ότι στη ζύμωσή μας βάζουμε πριν από κάθε ζήτημα την καταγγελία του SPD με χονδροειδή και σχηματικό τρόπο.»38
Στο πρακτικό πεδίο αυτή η γραμμή εκφράζεται με την οικοδόμηση στις επιχειρήσεις και στις συνοικίες της «Αντιφασιστικής Δράσης». Στις 10 Ιουλίου στο περιφερειακό συνέδριο του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου της Αντιφασιστικής Δράσης συμμετέχουν 1.500 αντιπρόσωποι, εκ των οποίων 954 χωρίς κόμμα, 132 από το SPD και τη Reichsbanner. To συνέδριο εκδίδει ένα μανιφέστο: «Η Αντιφασιστική Δράση δεν ανέχεται να εγκαθιδρυθεί στη Γερμανία η φασιστική δικτατορία, να καταστραφούν και να απαγορευτούν οι ταξικές οργανώσεις του προλεταριάτου, να καταπατηθούν όλα τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, να καταργηθούν οι κοινωνικές ασφαλίσεις και όλες οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης.»39 Το σύνθημα του μανιφέστου είναι «Ένας εχθρός, ένα μέτωπο, μία πάλη». Αντιπαρατάσσεται στο σύνθημα των χιτλερικών «Ein Volk, ein Reich, ein Führer» (ένας λαός, ένα Ράιχ, ένας φύρερ).
Όμως η στροφή κρατά για σύντομο διάστημα. Με παρέμβαση της Μόσχας το KPD επαναφέρεται στην «τάξη» και στην παλιά γραμμή. Τον Αύγουστο του 1932 ο Νόυμαν, εκφραστής της παραπάνω στροφής, καθαιρείται από το Πολιτικό Γραφείο κατηγορούμενος για «αποδυνάμωση της πάλης κατά της σοσιαλδημοκρατίας» και για προσπάθεια «να στρέψει τους συντρόφους του κόμματος εναντίον της ηγεσίας, να τη δυσφημήσει και να αντιπαρατάξει τους νέους στο κόμμα». Ο σύντροφός του Ρέμελε περιθωριοποιείται.
Σε ομιλία της στο Ράιχσταγκ η Κλάρα Τσέτκιν στις 30 Αυγούστου 1932 σημείωνε: «Η πολιτική του “μικρότερου κακού” ενίσχυσε στους αντιδραστικούς το αίσθημα της δύναμής τους και είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο από όλα τα κακά, να συνηθίσει τις μάζες στην παθητικότητα.»40
Πράγματι αυτή ήταν η συνέπεια της πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας. Όμως η πολιτική του KPD δεν επέτρεψε να ξεπεραστεί αυτή η παθητικότητα την οποία καλλιέργησε η σοσιαλδημοκρατία και να πραγματοποιηθεί η μαχητική ενότητα της εργατικής τάξης για να φράξει τον δρόμο στον ναζισμό.


Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών
Την επαύριον της ανόδου του στην εξουσία ο Χίτλερ προσπαθεί να ελέγξει τις πληβειακές δυνάμεις τις οποίες ο ίδιος εξαπέλυσε. Στο κάτω κάτω η αστική τάξη θυσίασε το παλιό πολιτικό προσωπικό της και έδωσε όλη την εξουσία στους ναζιστές, προκειμένου να υπηρετήσουν πειθήνια τα συμφέροντά της. Δεν μπορεί να ανεχθεί τη δημαγωγία της «δεύτερης εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης.»
Σε συγκέντρωση αρχηγών των SS και των SA στη Βαυαρία την 1η και 2η Ιουλίου 1933 ο Χίτλερ δηλώνει: «Θα αντιταχθώ με όλη μου την ενεργητικότητα σε μια δεύτερη επανάσταση…» Στις 10 Ιουλίου οι εφημερίδες δημοσιεύουν την άποψη της κυβέρνησης: «Το να μιλά κάποιος για συνέχιση της επανάστασης ή ακόμη και για δεύτερη επανάσταση… αυτά τα λόγια αποτελούν σαμποτάζ της εθνικής επανάστασης και θα τιμωρηθούν σοβαρά.»41
Το πνεύμα της «δεύτερης επανάστασης» είναι ιδιαίτερα έντονο μεταξύ των πληβείων φαιοχιτώνων των Ταγμάτων Εφόδου υπό την ηγεσία του Ρεμ.
Ιδιαιτέρως η στρατιωτική ιεραρχία είναι εχθρική στα σχέδια του Ρεμ να μετατρέψει τα Τάγματα Εφόδου σε εθνική πολιτοφυλακή. Τις ίδιες ανησυχίες για τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις των SA εκφράζουν οι μεγιστάνες του κεφαλαίου. Η ένταση γι’ αυτό το ζήτημα είναι ανερχόμενη κατά το πρώτο ήμισυ του 1934.
Στις 28 Ιουνίου 1934 ο Χίτλερ επισκέπτεται τον Κρουπ στο Έσεν. Στις 29 Ιουνίου ο Μπλόμπεργκ, υπουργός της Reichswehr κηρύσσει τον στρατό σε κατάσταση επιφυλακής. Την νύχτα της 29ης Ιουνίου ο Χίτλερ είναι στο Μόναχο, όπου η Reichswehr έχει καταλάβει τα γραφεία των SA. Ο Χίτλερ καθαιρεί την ηγεσία τους. Η εκκαθάριση έχει αρχίσει.
Την επομένη συλλαμβάνεται ο Ρεμ στο Μπαντ Βήσεε. Με τη σειρά τους συλλαμβάνονται και οι άλλοι ηγέτες των SA, τους οποίους είχε συγκαλέσει για εκείνη την ημέρα ο Ρεμ. Εκατοντάδες μέλη και ηγέτες των SA, μεταξύ των οποίων ο Ρεμ και οι υπαρχηγοί του Χάινες και Ερνστ, εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες από την αστυνομία και αποσπάσματα των SS του Χίμλερ. Αυτή η σφαγή έμεινε γνωστή ως η «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών». Στο πλαίσιό της ο Χίτλερ διατάζει και τη σφαγή του Σλάιχερ και του συνεργάτη του, στρατηγού φον Μπρέντοβ, καθώς και του Γκρέγκορ Στράσερ, αποστάτη του εθνικοσιαλιστικού κόμματος.
Ο Χίντενμπουργκ με τηλεγράφημά του ευχαριστεί τον Χίτλερ για την κατάπνιξη της συνωμοσίας. Στις 5 Ιουλίου η εφημερίδα των ιδιοκτητών των ανθρακωρυχείων Deutsche Bergwerkszeitung καταγγέλλει την κλίκα των φιλόδοξων που ήθελαν να εξαπολύσουν έναν νέο αγώνα για την εξουσία και συγχαίρει το καθεστώς «για την ταχεία επέμβαση της 30ης Ιουνίου που μας έσωσε από αυτόν τον κίνδυνο». Στις 6 Αυγούστου 1934 στη Paris-Soir ο στρατηγός φον Ράιχεναου, υφυπουργός του Μπλόμπεργκ, δηλώνει: «Ο Καγκελάριος τήρησε τον λόγο του καταπνίγοντας εν τη γενέσει της την προσπάθεια του Ρεμ να ενσωματώσει τα SA στη Reichswehr.»42
Ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο ο αρχηγός των SA γίνεται υπουργός του Ράιχ καταργείται. Το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα εκκαθαρίζεται από εκείνα τα μέλη που δεν υποτάσσονται ανεπιφύλακτα στη ναζιστική εξουσία. Στο συνέδριο του κόμματος το 1935 ο Χίτλερ αναγγέλλει: «Τα μέλη μας υποβλήθηκαν σε σοβαρή εκκαθάριση.» Το ναζιστικό κόμμα υποτάσσεται στη ναζιστική κρατική εξουσία. Τον Νοέμβριο του 1934 αποφασίζεται με διάταγμα ότι «όλες οι δημόσιες συγκεντρώσεις και όλες οι διαδηλώσεις του κόμματος… πρέπει να εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή.»43
Ταυτοχρόνως το ίδιο το κράτος και ο στρατός ναζιστικοποιούνται. Η διδασκαλία του εθνικοσοσιαλιστικού δόγματος εισάγεται στον στρατό, όπως και η ρήτρα της «αρίας φυλής». Στρατιώτες και αξιωματικοί πρέπει να χαιρετούν στρατιωτικά τους αρχηγούς του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος όταν φορούν στολή. Στρατιώτες και ναύτες φέρουν τον αγκυλωτό σταυρό στη στολή τους και τον Νοέμβριο του 1935 η παλιά σημαία του στρατού αντικαθίσταται από ειδική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό.Ταυτοχρόνως το ίδιο το κράτος και ο στρατός ναζιστικοποιούνται. Η διδασκαλία του εθνικοσοσιαλιστικού δόγματος εισάγεται στον στρατό, όπως και η ρήτρα της «αρίας φυλής». Στρατιώτες και αξιωματικοί πρέπει να χαιρετούν στρατιωτικά τους αρχηγούς του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος όταν φορούν στολή. Στρατιώτες και ναύτες φέρουν τον αγκυλωτό σταυρό στη στολή τους και τον Νοέμβριο του 1935 η παλιά σημαία του στρατού αντικαθίσταται από ειδική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό.

Αναδημοσιεύεται από: εδώ και τώρα